Στο ρυθμό της μουσικής

Η μουσική γεννήθηκε μαζί με τον άνθρωπο, ο οποίος νωρίς άρχισε να ξεχωρίζει αρμονικούς φυσικούς ήχους που τον βοηθούσαν στην παραγωγή και τη ζωή του. Σιγά-Σιγά άρχισε να τον αναπαράγει, να τους ανασυνθέτει δημιουργικά. Τα μουσικά του δημιουργήματα ο άνθρωπος τα χρησιμοποίησε για να επικοινωνήσει με τους συνανθρώπους του, να εξορκίσει το φόβο, να επικαλεστεί τους προγόνους, να εξευμενίσει τους θεούς του, και να εκφράσει το θαυμασμό, την αφοσίωση και την αγάπη. Ως μουσική ορίζεται η τέχνη που βασίζεται στην οργάνωση ήχων με σκοπό τη σύνθεση, εκτέλεση και ακρόαση/λήψη ενός μουσικού έργου, καθώς και η επιστήμη που επικεντρώνεται σε θέματα συνδεόμενα με την παραγωγή, οργάνωση και λήψη ήχων. Με τον όρο εννοείται επίσης και το σύνολο ήχων από το οποίο απαρτίζεται ένα μουσικο κομμάτι.

 

 

Οι αρχαίοι Έλληνες με τον εμφάνταστο στοχασμό τους έδιναν θεϊκή προέλευση στα πάντα και φυσικά και στη Μουσική. Έτσι, έπλασαν τις Μούσες, που ήταν στην αρχή θεές του τραγουδιού και κατοπινά της ποίησης και των άλλων τεχνών και επιστημών. Αυτές οι θεές, εννιά τον αριθμό, ήταν κόρες του Δία και της Μνημοσύνης. Κατά τον Ησίοδο, είχαν γεννηθεί στην Πιερία μα κατοικούσαν στον Όλυμπο για να διασκεδάζουν στα συμπόσια τους θεούς. Για αρχηγό τους (Μουσηγέτη) είχαν τον Απόλλωνα που ήταν θεός του φωτός, της μαντικής, της μουσικής και της ποίησης. Οι Μούσες, αν και έμεναν μόνιμα στον Όλυμπο, εύρισκαν τον καιρό και κατέβαιναν κρυφά για να εμπνεύσουν όσους θνητούς συμπαθούσανε, και έπαιρναν το όνομα του τόπου που εμφανίζονταν. Αν π.χ. κατέβαιναν στην Πιερία λέγονταν Πιερίδες, αν στον Ελικώνα, λέγονταν Ελικωνιάδες και αν κατέβαιναν στον Παρνασσό λέγονταν Παρνασσίδες.

 

 

Πέρα όμως από τη μυθολογία, η μουσική της Αρχαίας Ελλάδας συνηθίζεται να περιβάλλεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί αποτελεί το βασικό συστατικό στοιχείο ενός πολιτισμού που επηρέασε άμεσα όχι μονάχα την αισθητική και τη φιλοσοφία των μεταγενέστερων εξελίξεων της μουσικής στην Ευρώπη, αλλά και την τεχνική υποδομή της (πολλές θεωρητικές κωδικοποιήσεις της ευρωπαϊκής μουσικής του Μεσαίωνα θα αναζητήσουν τις πηγές τους στη μουσική της Αρχαίας Ελλάδας π.χ. η παραφθαρμένη μεταφορά του τροπικού συστήματος). Από την αρχαία ελληνική μουσική δε διασώθηκαν μέχρι σήμερα παρά ελάχιστα γραπτά μουσικά αποσπάσματα ενώ οι θεωρητικές γνώσεις μας για τον τρόπο με τον οποίο παιζόταν είναι μηδαμινές.

 

 

Από την αρχαία γραμματεία μαθαίνουμε ότι στην Αρχαία Ελλάδα η μουσική εξυψώνεται στο επίπεδο μιας ελεύθερης τέχνης ανεξάρτητης από την ποίηση, αν και τις περισσότερες φορές συνυπάρχει με αυτή και βασικά στοιχεία της (π.χ. ο ρυθμός) υπαγορεύονται από την ποίηση και τέλος η μουσική αποτελεί αναγκαία εμπειρία στη διαπαιδαγώγηση των νέων. Ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης και άλλοι φιλόσοφοι εμβαθύνουν στην αισθητική και [ψυχολογίά της μουσικής και διαμορφώνουν τη θεωρία του ήθους ή ηθική θεωρία της μουσικής, που διαπραγματεύεται την επίδραση της μουσικής στη συναισθηματική και ψυχική σφαίρα του άνθρωπου. Σύμφωνα με τη θεωρία του ήθους ή αλλιώς ηθική θεωρία της μουσικής, σε κάθε ρυθμική και μελωδική κίνηση υπάρχει μια ανάλογη συναισθηματική αντίδραση, με την έννοια ότι η μουσική μπορεί να επιδράσει στον άνθρωπο είτε θετικά παροτρύνοντάς τον σε μια ενέργεια της βούλησής του είτε αρνητικά αποτρέποντάς τον από μια ενέργεια της βούλησής του είτε τέλος απονεκρώνοντας τη βούλησή του. Βέβαια η θεωρία του ήθους δεν εξαντλείται μονάχα σε γενικές διαπιστώσεις, αλλά εμβαθύνει στην αισθητική διερεύνηση των δομικών παραμέτρων της μουσικής εξετάζοντας το ήθος της μελωδίας, των αρμονιών (τροπικών κατατάξεων), των γενών και των ρυθμών.

 

 

Οι αγρότες στην αρχαία Αίγυπτο έπαιρναν 2 ξύλα κ τα χτυπούσαν μεταξύ τους για να διώξουν τα πουλιά από τα σπαρτά. Με τον καιρό τα κρόταλα αυτά άρχισαν να κρούονται ρυθμικά για να συνοδέψουν τα τραγούδια της δουλειάς στους αγρούς. Παράλληλα εμφανίστηκαν κ σε ιεροτελεστικούς χορούς που προορίζονταν να φέρουν την καλή σοδειά. Οι χρήσεις αυτές των κροτάλων συνδέονται με 2 τύπους μουσικής που επιβιώνουν ακόμα: το τραγούδι της δουλειάς κ την εκκλησιαστική μουσική. Έτσι κ σε άλλα μέρη του κόσμου η καθημερινότητα βοήθησε στην δημιουργία μουσικών οργάνων κ κυρίως στην ανάπτυξη της μουσικής. Για παράδειγμα στην Μεσοποταμία, το σημερινό Ιράκ, οι Σουμέριοι έχτισαν ναούς για τη λατρεία των θεών της φύσης κ τους εξευμένιζαν με κατάλληλα τραγούδια και μουσικά όργανα. Το πνευστό με γλωσσίδι κ το τύμπανο ανήκανε στη λατρεία των θεών των καιρικών συνθηκών κ υδάτων.Γενικά στη λατρεία η μονωδία των ιερέων εναλλασσόταν με το χορωδιακό μέλος. Άλλα συχνά χρησιμοποιούνα όργανα ήταν τα φλάουτα, τα κόρνα, τα ντέφια, οι ροκάνες κ διάφορα νυκτά έγχορδα.

 

 

Η μουσική κάθε έθνους και κάθε εποχής χαρακτηρίζεται από επιλογή τύπων ηχητικών συνδυασμών και κανόνων χρησιμοποίησής τους. Οι μουσικές «γλώσσες» των διάφορων εθνών, εποχών και συνθετών έχουν μεγάλη ποικιλία, σ’ όλες, όμως, υπάρχουν αρχές, δομές και κοινά γενικά χαρακτηριστικά. Η μελωδία είναι το σπουδαιότερο εκφραστικό μέσο της μουσικής. Απροσδόκητα απ’τ α μέσα του 5ου αιώνα, η μουσική στην Ελλάδα, προτρέχοντας όλων των τεχνών, αρχίζει μία καθοδική πορεία και μάλιστα σε μία εποχή που οι εικαστικές τέχνες είναι στη μεγάλη ακμή τους. Αυτή η προοδευτική κατάπτωση της μουσικής θα συνεχισθεί αδιάκοπα ως το τέλος της ελληνιστικής εποχής.

 

 

 

Στους τρεις πρώτους αιώνες διωγμών της Εκκλησίας -ως την κτίση της Κωνσταντινούπολης- έχουμε μία πρώτη περίοδο για την λατρευτική μουσική των χριστιανών. Χρησιμοποιούνταν οι ψαλμοί του Δαυίδ, που πρέπει να απαγγέλλονταν όπως και σήμερα και μικρά αποσπάσματα, διαφορετικά κατά τόπους. Ήταν ύμνοι και ωδές “πνευματικές” και η μετάδοσή τους ήταν κυρίως προφορική. Η μουσική κατάσταση στην εκκλησία διαφοροποιείται μετά την παύση των διωγμών, παίρνοντας μία τροπή σε πιο σύνθετες ποιητικές και μελωδικές μορφές.

 

Η μεγάλη βυζαντινή περίοδος(4ος-11ος αιών.), όπου αναπτύχθηκε και ολοκληρώθηκε το εκκλησιαστικό υμνογραφικό έργο, διακρίνεται σε δύο υποπεριόδους, στην εποχή ακμής των μελωδών (4ος-6ος αι.) και στην εποχή του κανόνα (6ος-11ος αιών.)και της, με το χρόνο, διάκρισης υμνογράφων και μελοποιών με τις πιο εκτεταμένες μουσικές μορφές. Η ανάπτυξη αυτή συντελέστηκε κυρίως στα μεγάλα ελληνικά πνευματικά και μουσικά αστικά κέντρα της Αλεξάνδρειας, της Αντιόχειας και της Κωνσταντινουπόλεως. Στην ανάπτυξη, επίσης, της Βυζαντινής μουσικής αυτής τέχνης δεν πρέπει να παραλειφθεί, η μεγάλη συμβολή των Ελλήνων της Κάτω Ιταλίας και Σικελίας.

 

 

Η μετά τον 10ο αιώνα εποχή, που την μεγάλη ακμή του Βυζαντίου ακολουθεί η γρήγορη κατάρρευσή του, στα υστερινά χρόνια της δυναστείας των Παλαιολόγων, είναι μία μεγάλη περίοδος ακμής όλης της βυζαντινής τέχνης, που όμως ανήκει στο νέο ελληνισμό, που έχει καθαρά διαμορφωθεί. Οι Βυζαντινοί, αν και περιορίσθηκαν κυρίως στην εκκλησιαστική μουσική, χάρισαν ωστόσο στη μουσική τέχνη ένα νέο αλφάβητο, που δεν αποκλείεται να έχει αρχαίες ρίζες. Το αλφάβητο αυτό έχει 7 φθόγγους, όπως και το καθιερωμένο ευρωπαϊκό. Βυζαντινό πα, βου, γα, δι, κε, ζα, νη Ευρωπαϊκό ντο, ρε, μι, φα, σολ, λα, σι

Το 17ο αιώνα η Καθολική Εκκλησία στην προσπάθεια της να διασφαλίσει το γόητρο και το κύρος της ξεκίνησε μία μεγάλη διαφημιστική εκστρατεία με όπλο τις Τέχνες. Έτσι γεννήθηκε ένα καλλιτεχνικό ρεύμα που ονομάστηκε Μπαρόκ. Το μπαρόκ χαρακτηρίζεται από ύφος πομπώδες κι επιβλητικό. Η μουσική αυτής της εποχής γίνεται πιο συναισθηματική κι εκφραστική. Το ενδιαφέρον στρέφεται στη χρήση μουσικών οργάνων και προκύπτει η έννοια της ορχήστρας. Προς το τέλος αυτής της περιόδου, εμφανίζεται το πιάνο. Η κανονική του ονομασία είναι πιανοφόρτε, δηλαδή «σιγανά- δυνατά».Αντικαθιστά το τσέμπαλο και γίνεται το αγαπημένο μουσικό όργανο των καλλιτεχνών αλλά και του κοινού. Η πρώτη αίθουσα όπερας ανοίγει για το πλατύ κοινό στη Βενετία. Η όπερα μέχρι τότε αποτελούσε προνόμιο των βασιλιάδων και τα θέματα που δραματοποιούσε ήταν μυθολογικά. Ο απλός κόσμος, όμως, απαιτούσε πιο απλά και ρεαλιστικά ακούσματα.

 

Την περίοδο αυτή σημαδεύουν συνθέτες, όπως ο Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπάχ (1685-1750), ο Χένρι Περσέλ (1659-1695), ο Αντόνιο Βιβάλντι (1678-1741)κι ο Γκέοργκ Φρίντριχ Χέντελ (1685-1759). Οι πολύπλοκες μελωδίες του Μπαρόκ αντικαθίστανται από δυνατές μελωδίες όπου κυριαρχεί το πιάνο. Η μουσική γίνεται όλο και πιο δραματική και ποιητική. Ο νέος αυτός τρόπος χρήσης της μουσικής γλώσσας, που ονομάστηκε «κλασικό στυλ», ξεκίνησε τη φορά αυτή απ’ τη Βιέννη, την πρωτεύουσα της Αυστρίας. Η Βιέννη λοιπόν ήταν εκείνα τα χρόνια μία πόλη με μεγάλη λάμψη κι ακτινοβολία. Η αυτοκρατορική Αυλή αλλά και η υπόλοιπη αριστοκρατία υποστήριζαν τις τέχνες και ιδιαίτερα τη μουσική και την όπερα. Όμως εκτός απ’ την αριστοκρατία, υπήρχε κι ένα μεγάλο κοινό από μεσαία κοινωνικά στρώματα με μεγάλη μουσική καλλιέργεια. Έτσι στη Βιέννη υπήρχε και μεγάλη δεκτικότητα και μεγάλη ζήτηση για τη μουσική. Πολλοί άνθρωποι έπαιζαν μουσική στα σπίτια τους. Αλλά και στους δρόμους και στις πλατείες και στα πάρκα γίνονταν υπαίθριες συναυλίες με έργα συμφωνικής μουσικής. Ο Αυστριακός Βόλιγκανγκ Αμάντεους Μότσαρτ (1756-1791) συνθέτει τρεις πολύ δημοφιλείς όπερες τους Γάμους του Φιγκαρό, τον Ντον Τζοβάνι και το Μαγεμένο Αυλό. Ο χαρακτήρας είναι άλλοτε χιουμοριστικός κι άλλοτε δραματικός. Ο Κουρέας της Σεβίλλης του Ιταλού Τζοακίνο Ροσίνι (1792-1868) έρχεται να ανανεώσει την όπερα με χαρούμενες μελωδίες. Άλλοι σπουδαίοι μουσουργοί της εποχής είναι ο Αυστριακός Γιόζεφ Χάιντν (1732-1809), ο επίσης Αυστριακός Φράντς Σούμπερτ (1797-1828) και ο μεγάλος Γερμανός Λούντβιχ Βαν Μπετόβεν (1770-1827).

 

Η μουσική των αρχών του 20ού αιώνα «σπάει» τους κανόνες και τις παραδόσεις των προηγουμένων περιόδων. Οι συνθέτες πειραματίζονται με νέες φόρμες, νέες τεχνικές και στυλ. Από τα ονόματα που ξεχωρίζουν οι Ρώσοι Σεργκέι Ραχμάνικοφ (1873-1975), Ιγκόρ Στραβίνσκυ (1882-1971) και Ντμίτρι Σοστακόβιτς (1906-1975).ο Γάλλος Μόρις Ράβελ ο Γερμανός Ριχαρντ Στράους (1864-1949),ο Ισπανός Μάνουελ ντε Φάλια (1876-1946)

 

 

Σταθμό στην περίοδο από το 1940 έως σήμερα, αποτελεί η ροκ μουσική, που επικράτησε στη Δύση από το 1955.Έχοντας τις ρίζες της στη «μαύρη» μουσική, που είχε εκφραστεί από τη τζαζ και τα μπλουζ, ξεκίνησε απ’την Αμερική και γρήγορα εξαπλώθηκε σε ολόκληρο τον κόσμο. Το ροκ δεν επηρέασε απλώς την κουλτούρα των νέων εκείνης της εποχής έγινε τρόπος ζωής τους. Αυτό που ξεχώριζε τη ροκ μουσική ήταν κυρίως η χρήση της ηλεκτρικής κιθάρας. Στη δεκαετία του ’70 εμφανίστηκε η ντίσκο, ήχος ρυθμικός και απόλυτα χορευτικός. Η ραπ, που στην αρχή γραφόταν από και απευθυνόταν σε μαύρους, γρήγορα κατακτήθηκε και από τους λευκούς καλλιτέχνες.

 


Την τελευταία δεκαετία, κυρίως, αναπτύσσεται έντονο ενδιαφέρον για τις εθνικές δημιουργίες, για μελωδίες δηλαδή, επηρεασμένες από τη λαϊκή παράδοση. Όσο για την ηλεκτρονική μουσική, αυτή παρακολουθεί τις τεχνολογικές εξελίξεις και ανοίγει τους μουσικούς δρόμους του μέλλοντος.

Πηγές:
Aπό το βιβλίο ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ του Christopher Headington
gym-falan.lar.sch.gr
www.asda.gr
el.wikipedia.org
vatopaidi.wordpress.com
melodisia.mmb.org.gr

: melwdos

Κοινοποίηση

Γράψτε το σχόλιο σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *